12.5.11

Χαραυγή

Αχνά, σαν το ροδόβαμμα μιας πρώτης
      Ανήξερης αγάπης ξημερόνει·
      Την απάρθενη θάλασσα φουσκόνει
Σα γλυκοανασασμός πάναγνης νιότης,


Και σαν άνθια κυλάει τον κάτασπρό της
      Ανάλαφρον αφρό, και η γης ασκόνει
      Τη λευκή καταχνιά και φανερόνει
Την ομορφάδα της αιωνιότης


Άγγιχτη, αφίλητη, αθώρητη. Μένει
      Σαστισμένη η ψυχή στη δροσεράδα
Του αγέρος που όσο πάει και ασπρογαλιάζει·


      Το πάθος ξεστοχάει και αναγαλλιάζει,
      Σαν ο άγριος κρίνος που ξανοίγει αράδα,
Στην άπειρη ωραιότη ερωτεμένη.


26 Μαρτίου 1899


Λορέντζος Μαβίλης


Ανήξερη αγάπη, πάναγνη νιότη, άγγιχτη, αφίλητη, αθώρητη, άπειρη ερωτεμένη νεότη το ξημέρωμα. Λίγωσα, κύριε Μαβίλη μου, λίγωσα! Υπόδειγμα φαλλοκρατικής γραφής όπου εξιδανικεύεται ο νέος και άπειρος θηλυκός άνθρωπος με αυτόματη απαξίωση της ωριμότερης γυναίκας. Κι επειδή απόρησα, για τη νύχτα άραγε πώς θα μπορούσε να μιλήσει, ο Μαβίλης, που απολαμβάνει τη χαραυγή με τα μέτρα μιας παρθένας, δώσετε βάση παρακαλώ: 


Φάληρο


Eίχε όλα της τα μάγια η νύχτα· μόνη
        Eσύ έλειπες. Aργά κινάω να φύγω,
        Mα ξάφνου στη μπασιά του μπαρ ξανοίγω
Aυτοκίνητο να γοργοζυγόνη.

M' ελπίδα σταματάω. Nά το, πλακόνει.
        Παραμερίζουν οι άλλοι. Άσειστος μπήγω
        Tη ματιά μου στα μάτια σου. Άλλο λίγο
Aκόμα και ο σοφέρ σου με σκοτόνει.

Aρχοντοπούλα μ' άφταστα πρωτάτα,
        Mε των Eφτά νησιών τες χίλιες χάρες,
Tετράξανθη ομορφιά γαλανομάτα,

        Tου θανάτου δε μ' έπιασαν τρομάρες ―
        Γλυκύτατες μ' ελυώσανε λαχτάρες
Nα συντριφτώ κάτω από εσέ στη στράτα.



Σουηδέζα, θεά! Αχ και να με πλάκωνες, μάνα μου! εύχεται με πάθος. Έτσι επέρχεται αναγνωστική ισορροπία μεταξύ ξημερώματος και νύχτας και ζούνε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα. 


Αχ, τετράξανθη, τι μας έκανες πάλι σήμερα!


Δεν υπάρχουν σχόλια: